Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά η ανάλυση του Στέφανου Καραβίδα υπό το πρίσμα των πρόσφατων εξελίξεων και ειδικότερα της απομάκρυνσης της πυροβολαρχίας Patriot από την Κάρπαθο
Η ανάλυση που ακολουθεί, βασισμένη στη γεωστρατηγική και επιχειρησιακή προσέγγιση του έμπειρου Επισμηναγού Στέφανου Καραβίδα, αναδεικνύει με σαφήνεια μια διαχρονική αλλά συχνά υποτιμημένη πραγματικότητα:
ότι η αεροπορική γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου δεν ταυτίζεται με τη συμβατική γεωγραφική αντίληψη περί «αποστάσεων» και «απομόνωσης» της Κύπρου.
Μέσα από τεχνικά, επιχειρησιακά και γεωπολιτικά δεδομένα, τεκμηριώνεται ότι η Κάρπαθος θα μπορούσε να αποτελέσει κρίσιμο κρίκο της ελληνικής και κυπριακής αμυντικής αρχιτεκτονικής, λειτουργώντας ως προωθημένος κόμβος αεροπορικής υποστήριξης και αντιαεροπορικής άμυνας στον άξονα Κρήτης - Ρόδου - Κύπρου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά η ανάλυση υπό το πρίσμα των πρόσφατων εξελίξεων και ειδικότερα της απομάκρυνσης της πυροβολαρχίας Patriot από την Κάρπαθο.
Η εξέλιξη αυτή επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για το κατά πόσο η Ελλάδα αξιοποιεί επαρκώς τη στρατηγική θέση του νησιού και εάν υφίσταται συνεκτικός σχεδιασμός αεράμυνας και αποτροπής στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ελληνικού χώρου.
Δεδομένου ότι η Κάρπαθος βρίσκεται εντός του βεληνεκούς κρίσιμων τουρκικών αεροπορικών και βαλλιστικών μέσων, η ύπαρξη προηγμένων αντιαεροπορικών συστημάτων στην περιοχή δεν αποτελεί απλώς ζήτημα τοπικής άμυνας, αλλά παράγοντα που επηρεάζει συνολικά την ισορροπία ισχύος στο θέατρο επιχειρήσεων της Ανατολικής Μεσογείου.
Η επισήμανση του Στέφανου Καραβίδα αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι υπερβαίνει τη θεωρητική προσέγγιση και εστιάζει στη σύνδεση πολιτικής βούλησης, επιχειρησιακής σχεδίασης και γεωστρατηγικής πραγματικότητας.
Η περίπτωση της Καρπάθου αναδεικνύει ότι η αποτροπή δεν οικοδομείται αποκλειστικά με εξοπλισμούς, αλλά με τη βούληση αξιοποίησης κρίσιμων γεωγραφικών πλεονεκτημάτων, τα οποία μπορούν να μεταβάλουν ουσιαστικά τους χρόνους αντίδρασης, τις δυνατότητες αεροπορικής κάλυψης και τελικώς τον συνολικό συσχετισμό ισχύος στην περιοχή.
Ολόκληρη η παρέμβαση του Επισμηναγού Καραβίδα:
Ακολουθεί χάρτης και για όσους έχουν υπομονή κείμενο γραμμένο το 2024 για το διδακτορικό μου:

Ο δεύτερος δακτύλιος (300 ΝΜ) περνά άνωθεν του κοντινότερου ελλαδικού αεροδρομίου προς την Κύπρο, που είναι αυτό της Καρπάθου. Η Ρόδος, παρότι εγγύτερα και ενώ διαθέτει πολιτικό αεροδρόμιο και δεύτερο διάδρομο, όπου εδρεύει Α/Α της ΠΑ, αφενός δεν έχει τις απαιτούμενες υποδομές προστασίας και υποστήριξης, αφετέρου δεν θα είχε νόημα η δημιουργία τους, δεδομένης της εγγύτητας με τις μικρασιατικές ακτές και της αυξημένης τρωτότητας από όπλα των τουρκικών χερσαίων και αεροπορικών δυνάμεων. Η αναφορά στη Ρόδο γίνεται όχι τόσο για λόγους γεωγραφικής εγγύτητας προς την Κύπρο, όσο κυρίως για ιστορικούς, δεδομένου ότι τον Αύγουστο του 1964 είχε χρησιμοποιηθεί το αεροδρόμιο των Μαριτσών για την προσγείωση και φιλοξενία αεροσκαφών T-6 Harvard της ΠΑ, προκειμένου να υποστηριχθεί αεροπορικά η Κύπρος, λόγω της τότε τεταμένης πολιτικής κατάστασης.
Η Κάρπαθος, παρότι θα μπορούσε να διαδραματίσει κρισιμότατο ρόλο στην επίλυση της δύσκολης αεροπορικής κάλυψης της Κύπρου, δεν αξιοποιήθηκε κατάλληλα μέχρι σήμερα.
Σημαντικό είναι το ζήτημα του εάν διαθέτει τις κατάλληλες υποδομές για τη φιλοξενία, εξυπηρέτηση και φύλαξη μαχητικών αεροσκαφών, ενώ το μήκος του υπάρχοντος διαδρόμου οριακά επαρκεί για αεροσκάφη με διαμόρφωση αποστολών αέρος-αέρος (7.871 ft) και ουδόλως για αποστολές αέρος-εδάφους.
Χωροταξικά υπάρχει η δυνατότητα επέκτασης.
Ωστόσο, το κύριο πρόβλημα είναι νομικής φύσεως, καθότι η Κάρπαθος εμπίπτει στο καθεστώς της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (1947, άρθρο 14 παρ. 2), με βάση την οποία προβλέπεται αποστρατικοποίηση.
Δεδομένου ότι η αποστρατικοποίηση, ούτως ή άλλως, εν τοις πράγμασι και υπό το βάρος της απειλής δεν τηρείται, εάν μία τολμηρή πολιτική απόφαση εξοστράκιζε το νομικίστικο περιοριστικό πλαίσιο, η Κάρπαθος θα μπορούσε να αυξήσει δραματικά την ελληνική ικανότητα υπεράσπισης της Κύπρου, συντομεύοντας την απόσταση και, συνεπακόλουθα, την κρίσιμη παράμετρο του χρόνου.
Το σενάριο στρατιωτικής ενίσχυσης και αξιοποίησης της Καρπάθου, υπό συμμαχικό μάλιστα μανδύα, είχε προταθεί από τον τότε Υπουργό Εθνικής Άμυνας Π. Καμμένο τον Μάιο του 2015, σε συνάντησή του με την αναπληρώτρια Υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ, Christine Wormuth, στο αμερικανικό Πεντάγωνο.
Η, υπό νατοϊκό μανδύα και με αμερικανική παρουσία, μεταφορά της αεροπορικής δραστηριότητας της Σούδας στην Κάρπαθο, πέραν των πρόδηλων πλεονεκτημάτων για την ελληνική πλευρά στο νοτιοανατολικό Αιγαίο και στο τρίγωνο Κρήτη – Ρόδος - Κύπρος, θα δημιουργούσε προβλήματα και δυσχέρειες στοχοποίησής της από τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, αντίστοιχα με αυτά που προκαλεί η αμερικανική και νατοϊκή παρουσία σε Incirlik και Konya.
Ο δεύτερος δακτύλιος αποτυπώνει ότι η Κάρπαθος βρίσκεται σε απόλυτα συγκρίσιμη απόσταση με τα τουρκικά αεροδρόμια Eskişehir, Mürted (πρώην Akıncı) και Erhaç/Malatya.
Το πρώτο φιλοξενεί F-16 Block 30 και τα εναπομείναντα F-4 Terminator, ενώ τα άλλα δύο αεροδρόμια δεν φιλοξενούν, κατά τον χρόνο συγγραφής, μαχητικά αεροσκάφη, αλλά διαθέτουν όλες τις απαιτούμενες υποδομές. Σε απόσταση 300 ΝΜ από την Κύπρο, η Κάρπαθος βρίσκεται 150 ΝΜ μακρύτερα από το Incirlik (150 ΝΜ) και 125 ΝΜ μακρύτερα από το Konya (175 ΝΜ).
Η απόσταση αυτή, για αποστολή «Αμυντικών Επιχειρήσεων εναντίον Αεροπορικής Ισχύος», δηλαδή αποστολές αέρος-αέρος (Α-Α), αντιστοιχεί επιπλέον σε 16 και 13 λεπτά αντιστοίχως. Συνεπώς, εάν η ΠΑ μπορούσε να επιχειρεί από την Κάρπαθο, θα απείχε μόλις 16 λεπτά περισσότερο από την Κύπρο σε σχέση με την THK.
Αναφορικά με την ασφάλειά της, η Κάρπαθος βρίσκεται σε απόσταση 80 ΝΜ από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Datça και 110 ΝΜ από το αεροδρόμιο του Dalaman και τον ναύσταθμο του Aksaz. Βρίσκεται, λοιπόν, σαφώς εντός του βεληνεκούς των τουρκικών βαλλιστικών όπλων και των stand-off βλημάτων της THK. Ωστόσο, το πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να «θεραπευθεί» ικανοποιητικά με την τοποθέτηση συστήματος C-RAM, ικανού να στοχεύει τα όπλα της THK και του τουρκικού βαλλιστικού οπλοστασίου. Θα υπερθεματίσουμε εκ νέου ότι οι σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις έχουν μετατοπίσει το ενδιαφέρον, ως προς την αεροπορική απειλή, από τις πλατφόρμες των μαχητικών στα ίδια τα όπλα τους, τα οποία μπορούν να εξαπολυθούν από δεκάδες ή και εκατοντάδες ναυτικά μίλια μακριά.
Το σύστημα C-RAM θα μπορούσε να συνδυαστεί με ένα αντιαεροπορικό πλέγμα συστημάτων μικρού και μεσαίου βεληνεκούς.
Πολύ περισσότερο, γίνεται αντιληπτό ότι η τοποθέτηση πυροβολαρχίας με δυνατότητες αντίστοιχες των Patriot και S-300 θα προκαλούσε εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα στην THK ως προς την επιχειρησιακή της δράση στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία και στο δυτικό τμήμα του τριγώνου Κρήτη–Ρόδος–Κύπρος, δηλαδή στον άξονα διείσδυσης των ελληνικών μαχητικών προς την Κύπρο.
Και πάλι, όταν ένα έθνος σε δύο κράτη είναι αποφασισμένο να επιβιώσει, δεν μπορούν να υπερτερούν νομικοί σκόπελοι έναντι των ενδεδειγμένων πολιτικών επιλογών, οι οποίες μοιραία συμπαρασύρουν και τους επιχειρησιακούς σχεδιασμούς.
ΥΓ. Προκειμένου να προσδιορίσουμε προσεγγιστικά τον χρόνο που χρειάζεται ένα μαχητικό από αυτές τις βάσεις για να φθάσει άνωθεν της Κύπρου, θα χρησιμοποιήσουμε ως ταχύτητα αναφοράς τα 450 KT (Ground Speed), ήτοι 7,5 ΝΜ/λεπτό, για αεροσκάφη σε ρόλο αέρος-εδάφους (Α-Ε), και τα 0,95 Μ ή 9,5 ΝΜ/λεπτό για μαχητικά σε ρόλους αέρος-αέρος (Α-Α).
Τα μαχητικά, μετά την απογείωση, δεν προσεγγίζουν αυτές τις ταχύτητες άμεσα, αλλά χρειάζονται κάποια απόσταση προκειμένου να ολοκληρώσουν τους ελέγχους, να «στήσουν» το οπλικό τους σύστημα και, στη συνέχεια, τον σχηματισμό τους, προτού επιταχύνουν.
Επειδή αυτή η απόσταση, που αντιστοιχεί και σε χρόνο, σχετίζεται τόσο με τον αμυνόμενο όσο και με τον επιτιθέμενο, για λόγους απλοποίησης θα θεωρηθεί ότι τα αεροσκάφη επιτυγχάνουν την επιθυμητή ταχύτητα αμέσως μετά την απογείωσή τους.
Σε αυτόν τον χρόνο, για σκοπούς ρεαλισμού, θα προστεθούν πέντε (5) λεπτά, που αφορούν τις λειτουργικές διαδικασίες που περιγράφηκαν, καθώς και την απαραίτητη απόσταση-χρόνο για την επίτευξη της επιτάχυνσης στις ταχύτητες αναφοράς.
Το παρόν κείμενο δεν έχει σκοπό να μελετήσει σε βάθος και με λεπτομέρεια διαφορετικά σενάρια που σχετίζονται με διαφορετικές διαμορφώσεις και προφίλ ανόδου, μετάβασης και παραμονής, καθότι κάτι τέτοιο απαιτεί διαβαθμισμένες πληροφορίες από τους πίνακες των εγχειριδίων των αεροσκαφών και πολυπλοκότητα στην επιχειρησιακή σχεδίαση, η οποία δεν απευθύνεται στο ευρύ κοινό αλλά σε ειδικούς. Σκοπός της μελέτης είναι να καταδείξει ότι η αεροπορική γεωγραφία είναι διαφορετική από τη φυσική και ότι η Κύπρος, από αεροπορικής πλευράς, δεν είναι καταδικασμένη, υπολογίζοντας πόσο περισσότερο χρόνο «κείται μακράν», με χρήση, φυσικά, των απαραίτητων παραδοχών.
www.bankingnews.gr
ότι η αεροπορική γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου δεν ταυτίζεται με τη συμβατική γεωγραφική αντίληψη περί «αποστάσεων» και «απομόνωσης» της Κύπρου.
Μέσα από τεχνικά, επιχειρησιακά και γεωπολιτικά δεδομένα, τεκμηριώνεται ότι η Κάρπαθος θα μπορούσε να αποτελέσει κρίσιμο κρίκο της ελληνικής και κυπριακής αμυντικής αρχιτεκτονικής, λειτουργώντας ως προωθημένος κόμβος αεροπορικής υποστήριξης και αντιαεροπορικής άμυνας στον άξονα Κρήτης - Ρόδου - Κύπρου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά η ανάλυση υπό το πρίσμα των πρόσφατων εξελίξεων και ειδικότερα της απομάκρυνσης της πυροβολαρχίας Patriot από την Κάρπαθο.
Η εξέλιξη αυτή επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για το κατά πόσο η Ελλάδα αξιοποιεί επαρκώς τη στρατηγική θέση του νησιού και εάν υφίσταται συνεκτικός σχεδιασμός αεράμυνας και αποτροπής στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ελληνικού χώρου.
Δεδομένου ότι η Κάρπαθος βρίσκεται εντός του βεληνεκούς κρίσιμων τουρκικών αεροπορικών και βαλλιστικών μέσων, η ύπαρξη προηγμένων αντιαεροπορικών συστημάτων στην περιοχή δεν αποτελεί απλώς ζήτημα τοπικής άμυνας, αλλά παράγοντα που επηρεάζει συνολικά την ισορροπία ισχύος στο θέατρο επιχειρήσεων της Ανατολικής Μεσογείου.
Η επισήμανση του Στέφανου Καραβίδα αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι υπερβαίνει τη θεωρητική προσέγγιση και εστιάζει στη σύνδεση πολιτικής βούλησης, επιχειρησιακής σχεδίασης και γεωστρατηγικής πραγματικότητας.
Η περίπτωση της Καρπάθου αναδεικνύει ότι η αποτροπή δεν οικοδομείται αποκλειστικά με εξοπλισμούς, αλλά με τη βούληση αξιοποίησης κρίσιμων γεωγραφικών πλεονεκτημάτων, τα οποία μπορούν να μεταβάλουν ουσιαστικά τους χρόνους αντίδρασης, τις δυνατότητες αεροπορικής κάλυψης και τελικώς τον συνολικό συσχετισμό ισχύος στην περιοχή.
Ολόκληρη η παρέμβαση του Επισμηναγού Καραβίδα:
Ακολουθεί χάρτης και για όσους έχουν υπομονή κείμενο γραμμένο το 2024 για το διδακτορικό μου:

Ο δεύτερος δακτύλιος (300 ΝΜ) περνά άνωθεν του κοντινότερου ελλαδικού αεροδρομίου προς την Κύπρο, που είναι αυτό της Καρπάθου. Η Ρόδος, παρότι εγγύτερα και ενώ διαθέτει πολιτικό αεροδρόμιο και δεύτερο διάδρομο, όπου εδρεύει Α/Α της ΠΑ, αφενός δεν έχει τις απαιτούμενες υποδομές προστασίας και υποστήριξης, αφετέρου δεν θα είχε νόημα η δημιουργία τους, δεδομένης της εγγύτητας με τις μικρασιατικές ακτές και της αυξημένης τρωτότητας από όπλα των τουρκικών χερσαίων και αεροπορικών δυνάμεων. Η αναφορά στη Ρόδο γίνεται όχι τόσο για λόγους γεωγραφικής εγγύτητας προς την Κύπρο, όσο κυρίως για ιστορικούς, δεδομένου ότι τον Αύγουστο του 1964 είχε χρησιμοποιηθεί το αεροδρόμιο των Μαριτσών για την προσγείωση και φιλοξενία αεροσκαφών T-6 Harvard της ΠΑ, προκειμένου να υποστηριχθεί αεροπορικά η Κύπρος, λόγω της τότε τεταμένης πολιτικής κατάστασης.
Η Κάρπαθος, παρότι θα μπορούσε να διαδραματίσει κρισιμότατο ρόλο στην επίλυση της δύσκολης αεροπορικής κάλυψης της Κύπρου, δεν αξιοποιήθηκε κατάλληλα μέχρι σήμερα.
Σημαντικό είναι το ζήτημα του εάν διαθέτει τις κατάλληλες υποδομές για τη φιλοξενία, εξυπηρέτηση και φύλαξη μαχητικών αεροσκαφών, ενώ το μήκος του υπάρχοντος διαδρόμου οριακά επαρκεί για αεροσκάφη με διαμόρφωση αποστολών αέρος-αέρος (7.871 ft) και ουδόλως για αποστολές αέρος-εδάφους.
Χωροταξικά υπάρχει η δυνατότητα επέκτασης.
Ωστόσο, το κύριο πρόβλημα είναι νομικής φύσεως, καθότι η Κάρπαθος εμπίπτει στο καθεστώς της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (1947, άρθρο 14 παρ. 2), με βάση την οποία προβλέπεται αποστρατικοποίηση.
Δεδομένου ότι η αποστρατικοποίηση, ούτως ή άλλως, εν τοις πράγμασι και υπό το βάρος της απειλής δεν τηρείται, εάν μία τολμηρή πολιτική απόφαση εξοστράκιζε το νομικίστικο περιοριστικό πλαίσιο, η Κάρπαθος θα μπορούσε να αυξήσει δραματικά την ελληνική ικανότητα υπεράσπισης της Κύπρου, συντομεύοντας την απόσταση και, συνεπακόλουθα, την κρίσιμη παράμετρο του χρόνου.
Το σενάριο στρατιωτικής ενίσχυσης και αξιοποίησης της Καρπάθου, υπό συμμαχικό μάλιστα μανδύα, είχε προταθεί από τον τότε Υπουργό Εθνικής Άμυνας Π. Καμμένο τον Μάιο του 2015, σε συνάντησή του με την αναπληρώτρια Υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ, Christine Wormuth, στο αμερικανικό Πεντάγωνο.
Η, υπό νατοϊκό μανδύα και με αμερικανική παρουσία, μεταφορά της αεροπορικής δραστηριότητας της Σούδας στην Κάρπαθο, πέραν των πρόδηλων πλεονεκτημάτων για την ελληνική πλευρά στο νοτιοανατολικό Αιγαίο και στο τρίγωνο Κρήτη – Ρόδος - Κύπρος, θα δημιουργούσε προβλήματα και δυσχέρειες στοχοποίησής της από τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, αντίστοιχα με αυτά που προκαλεί η αμερικανική και νατοϊκή παρουσία σε Incirlik και Konya.
Ο δεύτερος δακτύλιος αποτυπώνει ότι η Κάρπαθος βρίσκεται σε απόλυτα συγκρίσιμη απόσταση με τα τουρκικά αεροδρόμια Eskişehir, Mürted (πρώην Akıncı) και Erhaç/Malatya.
Το πρώτο φιλοξενεί F-16 Block 30 και τα εναπομείναντα F-4 Terminator, ενώ τα άλλα δύο αεροδρόμια δεν φιλοξενούν, κατά τον χρόνο συγγραφής, μαχητικά αεροσκάφη, αλλά διαθέτουν όλες τις απαιτούμενες υποδομές. Σε απόσταση 300 ΝΜ από την Κύπρο, η Κάρπαθος βρίσκεται 150 ΝΜ μακρύτερα από το Incirlik (150 ΝΜ) και 125 ΝΜ μακρύτερα από το Konya (175 ΝΜ).
Η απόσταση αυτή, για αποστολή «Αμυντικών Επιχειρήσεων εναντίον Αεροπορικής Ισχύος», δηλαδή αποστολές αέρος-αέρος (Α-Α), αντιστοιχεί επιπλέον σε 16 και 13 λεπτά αντιστοίχως. Συνεπώς, εάν η ΠΑ μπορούσε να επιχειρεί από την Κάρπαθο, θα απείχε μόλις 16 λεπτά περισσότερο από την Κύπρο σε σχέση με την THK.
Αναφορικά με την ασφάλειά της, η Κάρπαθος βρίσκεται σε απόσταση 80 ΝΜ από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Datça και 110 ΝΜ από το αεροδρόμιο του Dalaman και τον ναύσταθμο του Aksaz. Βρίσκεται, λοιπόν, σαφώς εντός του βεληνεκούς των τουρκικών βαλλιστικών όπλων και των stand-off βλημάτων της THK. Ωστόσο, το πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να «θεραπευθεί» ικανοποιητικά με την τοποθέτηση συστήματος C-RAM, ικανού να στοχεύει τα όπλα της THK και του τουρκικού βαλλιστικού οπλοστασίου. Θα υπερθεματίσουμε εκ νέου ότι οι σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις έχουν μετατοπίσει το ενδιαφέρον, ως προς την αεροπορική απειλή, από τις πλατφόρμες των μαχητικών στα ίδια τα όπλα τους, τα οποία μπορούν να εξαπολυθούν από δεκάδες ή και εκατοντάδες ναυτικά μίλια μακριά.
Το σύστημα C-RAM θα μπορούσε να συνδυαστεί με ένα αντιαεροπορικό πλέγμα συστημάτων μικρού και μεσαίου βεληνεκούς.
Πολύ περισσότερο, γίνεται αντιληπτό ότι η τοποθέτηση πυροβολαρχίας με δυνατότητες αντίστοιχες των Patriot και S-300 θα προκαλούσε εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα στην THK ως προς την επιχειρησιακή της δράση στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία και στο δυτικό τμήμα του τριγώνου Κρήτη–Ρόδος–Κύπρος, δηλαδή στον άξονα διείσδυσης των ελληνικών μαχητικών προς την Κύπρο.
Και πάλι, όταν ένα έθνος σε δύο κράτη είναι αποφασισμένο να επιβιώσει, δεν μπορούν να υπερτερούν νομικοί σκόπελοι έναντι των ενδεδειγμένων πολιτικών επιλογών, οι οποίες μοιραία συμπαρασύρουν και τους επιχειρησιακούς σχεδιασμούς.
ΥΓ. Προκειμένου να προσδιορίσουμε προσεγγιστικά τον χρόνο που χρειάζεται ένα μαχητικό από αυτές τις βάσεις για να φθάσει άνωθεν της Κύπρου, θα χρησιμοποιήσουμε ως ταχύτητα αναφοράς τα 450 KT (Ground Speed), ήτοι 7,5 ΝΜ/λεπτό, για αεροσκάφη σε ρόλο αέρος-εδάφους (Α-Ε), και τα 0,95 Μ ή 9,5 ΝΜ/λεπτό για μαχητικά σε ρόλους αέρος-αέρος (Α-Α).
Τα μαχητικά, μετά την απογείωση, δεν προσεγγίζουν αυτές τις ταχύτητες άμεσα, αλλά χρειάζονται κάποια απόσταση προκειμένου να ολοκληρώσουν τους ελέγχους, να «στήσουν» το οπλικό τους σύστημα και, στη συνέχεια, τον σχηματισμό τους, προτού επιταχύνουν.
Επειδή αυτή η απόσταση, που αντιστοιχεί και σε χρόνο, σχετίζεται τόσο με τον αμυνόμενο όσο και με τον επιτιθέμενο, για λόγους απλοποίησης θα θεωρηθεί ότι τα αεροσκάφη επιτυγχάνουν την επιθυμητή ταχύτητα αμέσως μετά την απογείωσή τους.
Σε αυτόν τον χρόνο, για σκοπούς ρεαλισμού, θα προστεθούν πέντε (5) λεπτά, που αφορούν τις λειτουργικές διαδικασίες που περιγράφηκαν, καθώς και την απαραίτητη απόσταση-χρόνο για την επίτευξη της επιτάχυνσης στις ταχύτητες αναφοράς.
Το παρόν κείμενο δεν έχει σκοπό να μελετήσει σε βάθος και με λεπτομέρεια διαφορετικά σενάρια που σχετίζονται με διαφορετικές διαμορφώσεις και προφίλ ανόδου, μετάβασης και παραμονής, καθότι κάτι τέτοιο απαιτεί διαβαθμισμένες πληροφορίες από τους πίνακες των εγχειριδίων των αεροσκαφών και πολυπλοκότητα στην επιχειρησιακή σχεδίαση, η οποία δεν απευθύνεται στο ευρύ κοινό αλλά σε ειδικούς. Σκοπός της μελέτης είναι να καταδείξει ότι η αεροπορική γεωγραφία είναι διαφορετική από τη φυσική και ότι η Κύπρος, από αεροπορικής πλευράς, δεν είναι καταδικασμένη, υπολογίζοντας πόσο περισσότερο χρόνο «κείται μακράν», με χρήση, φυσικά, των απαραίτητων παραδοχών.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών